Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Μην την πατήσεις!


Τέλη Ιούλη ξαναβρεθήκαμε στη Βοβούσα.
 Μια μέρα αποφασίσαμε με τον Άρη να πάμε στον Γυφτόκαμπο,
να δούμε τις καλύβες των Σαρακατσάνων.
Αλλά όχι από την άσφαλτο μα από τον χωματόδρομο μέσω Μόρφας.
Κοπανιόμασταν για ώρα στα βράχια (εμένα δεν κούμπωνε και η ζώνη ασφαλείας και χοροπήδαγα σαν το στραγάλι στη σφυρίχτρα) μέχρι που βλέπομε ένα κοπάδι γελάδια.
Σταματάμε, ανταλλάζουμε δυό κουβέντες με τον Αλβανό τσοπανάκο
και συνεχίζουμε. Παρακάτω, το υπόλοιπο κοπάδι με άλλον έναν τσοπανάκο.


Λίγα χιλιόμετρα παρακάτω, στα δεξιά μας βλέπουμε και το μαντρί. Κάπου εδώ.
Και καθώς περνάγαμε, η άκρη του ματιού μου πιάνει ένα οικείο αντικείμενο, 
που όμως δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. 
Ξεπεζεύουμε να πλησιάσουμε, και όντως ήταν πινακίδα για νάρκες,
ξηλωμένη προφανώς από τα αλβανοελληνικά σύνορα.
Δεν υπάρχουν πλέον ναρκοπέδια εκεί, απ' ό,τι ξέρω.
Και οι πινακίδες, αν και με παλιομοδίτικο σχέδιο, ήταν αρκετά καινούργιες.
Καθόλου σκουριά και φρέσκο χρώμα.
Στον Έβρο έχουν/είχαν πλαστικές που φωσφορίζουν τη νύχτα.


Δίκιο είχαν!
Ξέρεις τι είναι να πατήσεις καμιά σβουνιά αγελάδας;

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Επιστρέφοντας από τας διακοπάς


Κάτι εντελώς αξιαγάπητα και παντελώς άχρηστα νανάκια γίδια.
Τα επονομαζόμενα κατσοικίδια.


Εντάξει, δεν είναι πρωτότυπη ιδέα, το ξέρω.
Νέα στέκια, νέοι πελάτες, νέες ηλίθιες ερωτήσεις.

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Από αύριο διακοπαί!


Ψήθηκα για διακοπούλες!
Ραντεβού στα γνωστά μέρη.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Ληξιαρχείο


Στην πλατεία του χωριού.
Η κολώνα της ΔΕΗ με τις καρφίτσες και τα υπολείμματα από χιλιάδες αγγελτήρια κηδειών και μνημοσύνων.
Έχουν γίνει μια μάζα πια...


Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Δεν μ΄αρέσουν τα κυνηγόσκυλα


Ούτε καν ζωγραφιστά.
Αλλά άμα μου δίνει παραγγελιές ο ανηψός μου...


Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Ποιός τινάζει κουραμπιέδες, ρε;


Ετοιμαζόμουν να γράψω «Είδαμε και μιαν άσπρη μέρα» αλλά ας μην το πολυελπίζουμε. 


 

Κι όχι τίποτ΄άλλο, αλλά βουλιάζω ο καημένος στο χιόνι,
όπως εδώ πριν καμιά εικοσαετία στο Νυμφαίο. 
Πόσο μάλλον που έχω πάρει και κάνα μισό τόνο. 

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Νέα απ' το χωργιό


Άμα κάτσετε για τσίπουρο στο καφενείο και εμφανιστεί τούτη ΄δώ, η ρουφιάνα, να ξέρετε πως ο μεζές δεν θα περιλαμβάνει κεφτεδάκι, σαλαμάκι, λουκανικάκι.
Μόνο το τυράκι και τη ντομάτα μου άφησε, η αθεόφοβη!


Οι λιακάδες, όσο κρύο κι αν κάνει, είναι υπέροχες.


Φυσικά, στα υψόμετρα, καλό είναι να υπάρχει και τζάκι. 
Καλή χρονιά νάχουτε και σκατά στο ρατσισμό και το φασισμό.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Επισκέψεις


Ήρθε κι ένας νέος φίλος (Ok και δύο παλιοί) και ξαλεγράραμε λιγάκι.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Μια βόλτα στην Ακράτα με έναν εμμονικό μύωπα


 Βαρέθηκα να κάθομαι σπίτι και να βλέπω απ' το παράθυρο
τα λελούδια του γείτονα να λάμπουν στο ηλιοβασίλεμα


Έτσι, πήγα μια βολτούλα μέχρι το γνωστό καφενείο, «Το Νέον».
Απέναντι είναι το καφενείο «Το Παλαιόν», έτσι είμαστε στο χωργιό!


Πήγα και το σχέδιο (προηγούμενη δημοσίευση) με την αρκούδα Ursula, στον παραλήπτη του.
 Κι εκεί που χάζευα τα ωραία ακροκέραμα του κτιρίου, το οποίο
στεγάζει και τη δημοτική πινακοθήκη του χωριού,
το μάτι μου σκάλωσε σε ένα παράταιρο.
Το πέμπτο απ' τα αριστερά στην αποκάτω φωτογραφία είναι γωνιακό.
Μια πιο προσεκτική παρατήρηση έδειξε πως υπάρχει μια τόση-δα γωνιούλα!


Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Ζωγραφίζοντας


εμπνευσμένο από τις περιπέτειες του καφενείου


και κάτι πιο ρεαλιστικό (θάθελα)

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Κι άλλα μελισσοσκίτσα



Η κορυφογραμμή στο τελευταίο σκίτσο (προσπαθεί να) είναι αυτή.

Για να περνά η ώρα...

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Αντίο


22 Ιανουαρίου 1929 - 17 Ιουνίου 2016

Επικήδειος της 18 Ιουνίου 2016
Όπως τον εκφώνησε ο μεγάλος του γιός, στον Άγιο Σπυρίδωνα, Μαρμάρων, Αιγείρας

Ο Βλάσης Γιαννόπουλος, ο δάσκαλος, ο αγαπημένος μας, έφυγε χθες το πρωί με τον τρόπο που έζησε σε όλη του τη ζωή: με ευγένεια και αξιοπρέπεια.


Ο πατέρας μας μεγάλωσε στα σκληρά προκατοχικά, κατοχικά και μετακατοχικά χρόνια με στερήσεις και δυσκολίες τεράστιες, με μοναδικά όπλα την αγάπη και τη δροντίδα των γονιών του και τη δική του αστείρευτη θέληση για μια καλύτερη ζωή. Σπούδασε, διορίστηκε στη Χίο, γνώρισε τη μάνα μας – μια αγάπη που κράτησε 62 χρόνια-, γέννησαν κι ανάθρεψαν τον Αρίστο και μένα, με τις αξίες που διέκριναν και τους δυο τους: την αγάπη στον πλησίον, την φιλομάθεια, την ανιδιοτέλεια και την αλληλεγγύη στους αδύναμους.


Από τα χέρια του δάσκαλου επί δεκαετίες πέρασαν πάνω από 2.000 παιδιά. Όλα τους είχαν την ευτυχία να γνωρίσουν τη γελαστή παιδαγωγική του Βλάση, την έγνοια του για το καθένα ξεχωριστά και βέβαια τις τσιμπιές του στα δροσερά τους μαγουλάκια.


Ο πατέρας μας λάτρευε τα παιδιά. Το επάγγελμα που διάλεξε, ίσως χωρίς να το πολυγνωρίζει όταν το έκανε, απεικόνισε με τον πλέον σαφή τρόπο τουν ψυχικό κόσμο του πατέρα μας: φώς, αγάπη, αισιοδοξία.
 

Ο Βλάσης είχε μιαν ακόμα μεγάλη αγάπη: τη Βελλά του. Τα πλατάνια, τα νερά, την πλατεία, τους ανθρώπους της. Για τον πατέρα μας, το χωριό του ήταν κάτι πολύ περισσότερο από τις ρίζες του. Ήταν ανάσα, χαρά, μια ευλογία που την απόλαυσε μέχρι λίγο πριν από το τέλος, το φετινό Πάσχα.

Ο Βλάσης Γιαννόπουλος έζησε μια μεγάλη και όμορφη ζωή. Κατόρθωσε με την αγάπη του να κερδίσει την αγάπη, τη φιλία και το σεβασμό χιλιάδων ανθρώπων. Και φυσικά την αγάπη και την αφοσίωση της γυναίκας του, των παιδιών του, των συγγενών του, όλων μας. Ένας φωτεινός άνθρωπος που πήγε να συναντήσει το Φώς.



Καλο ταξίδι πατέρα!

Κουράγιο μάνα!



 
Και μια φωτό πριν τέσσερα χρόνια